
Τριαντάφυλλος Καρατράντος
Έχω ακούσει και έχω διαβάσει τόσο πολλά το τελευταίο διάστημα, άλλα φυσιολογικά, άλλα τραβηγμένα, άλλα λογικά και παράλογα, άλλα δικαιολογημένα και άλλα αδικαιολόγητα, σχετικά με τη διάθεση μας που επηρρεάζεται από την κρίση και τις συνήθειες της καθημερινότητας μας που έχουν αλλάξει σε σημαντικό βαθμό.
Αναλύσεις επί αναλύσεων, κείμενα φορτισμένα, κείμενα αληθινά, αλλά και πολλά κείμενα λαικίστικα... Κάπου μέσα σε όλα αυτά άκουσα και για την διασκέδαση μας που άλλαξε, για την διασκέδαση λέει της κρίσης που κάνει τον Έλληνα εφευρετικό, του ανοίγει νέους δρόμους συνάντησης και ψυχαγωγίας, και παράλληλα του γλιτώνει χρήματα που τόσο πολύ του χρειάζονται αυτή την περίοδο. Για συναντήσεις σε σπίτια, για μικρούς εναλλακτικούς χώρους με φτηνά ποτά για...για...για...
Σάββατο βράδυ του Δεκέμβρη έλεγε το ημερολόγιο κρίσης μου. Με φίλους είπαμε να βγούμε...ξεκίνησα από το σπίτι, πήρα ένα ταξί...γνωστά και κλασσικά, φούτερ Iron Maiden και ένα κομπολόι άσπρο (να με το συμπάθειο), στο Ράδιο Ντέρτι ο Καρράς και "φιλαράκι που θα σε πάω;"... μα, τίποτε δεν έχει αλλάξει σκέφτηκα... και επιβεβαιώθηκα, λες και είχε βγει από την κατάψυξη του χρόνου ο άνθρωπος μόλις του είπα ότι πάω Κολωνάκι μου απαντά "πάλι καλά, γιατί απορώ πως διασκεδάζουν μερικοί στο Γκάζι και στο Ψυρρή μαζί με τα πρεζάκια"...
Κατεβαίνω στον πλανήτη Κολωνάκι....κάνουμε μία πρώτη βόλτα, κόσμος κάθε ηλικίας και στυλ πάει και έρχεται, τα μαγαζιά στη Σκουφά γεμάτα...Τσακάλωφ...πάμε σε ένα μαγαζί...στην πόρτα νιώθεις πως είσαι στον έλεγχο του Ελ. Βενιζέλος, κάτι μου θυμίζουν αυτά ένιωσα...μέσα δεύτερος γύρος ελέγχου....ξανά κάτι μου θυμίζουν αυτά...Μας αρέσει η μουσική, λέμε να κάτσουμε για ποτό...ρωτάμε που μπορούμε να κάτσουμε, "για φαγητό;", μας ρωτάει χωρίς να σηκώνει και απάντηση, όχι για ποτό λέμε..."πόσα άτομα θα είστε;" 6 του λέμε, "σε τραπέζι μόνο με φιάλη"...και ότι έλεγα πως δεν θα πηγαίναμε μπουζούκια...καθόμαστε, άρχικα τρεις, οπότε απολαύσαμε τον άνετο καναπέ...τα παιδιά στο σέρβις εξαιρετικά, σε αντίθεση με την πόρτα. Παραγγέλνουμε ένα μπουκάλι βότκα μας την φέρνουν με πολύ πάγο, από μία κανάτα λεμόνι και πορτοκάλι και δύο Red Bull. Μόλις άρχισαν να έρχονται και οι υπόλοιποι διαπιστώσαμε πως το τραπέζι μας, με τη φιάλη για να μην ξεχνιόμαστε, ήταν μόνο για 3 άτομα, μιας και το μαγαζί δεν έχει σκαμπό για να κάτσουν και οι υπόλοιποι. Το μαγαζί αρχίζει και φορτώνει και από τις 12.30 είναι γεμάτο... κάποια στιγμή φεύγουμε...ζητάμε το λογαριασμό, ένα μπουκάλι βότκα και ένα ποτό 156 ευρώ...τίποτε δεν άλλαξε ξανασκέφτηκα...
Φεύγουμε, πάμε να βρούμε άλλους γνωστούς ανεβαίνοντας την Πλατεία...Πλουτάρχου, το πρώτο που σταματάμε, γεμάτο ασφυκτικά, με το ζόρι κατάφερα να βρω την παρέα που ήταν εκεί...είπαμε μόνο ένα γεια και δώσαμε ραντεβού σε άλλο μαγαζί, μπας και καταφέρουμε να σταθούμε κάπου...Βγαίνουμε, μπαίνουμε στο διπλανό, αυτό λίγο καλύτερα, οριακά γεμάτο, αλλά με πολύ καπνό...τίποτε δεν άλλαξε σκέφτηκα ξανά μανά εγώ...
Καταλήγουμε στο καινούριο "παλιό" στέκι στην Πλατεία...Ουρά από έξω, πλησιάζουμε στην πόρτα..."έχετε κάνει κράτηση;", όχι μας περιμένει παρέα όμως μέσα. "Θα πρέπει να περιμένετε το μαγαζί είναι γεμάτο και θα πρέπει να αδειάσει λίγο, ενώ εξυπηρετώ και τις κρατήσεις" 04.10 το πρωί...
Λέμε να περιμένουμε λίγο. Μία σκέψη περνά από το μυαλό μου, από αυτές τις σαδιστικές που μου έρχονται όταν θέλω να επιβεβαιώσω πως στην Ελλάδα τίποτε δεν αλλάζει...ζητάω φωτιά για να ανάψω το πούρο μου που βαδίζει προς το τέλος του...ο ένας από τους δύο πορτιέρηδες μου δίνει τον αναπτήρα του, μόλις είδε το πούρο άρχισε να μας βλέπει με άλλο μάτι...Δώστε μου δύο λεπτά και θα σας βάλω μας λέει, αφού πρώτα προς τιμήν του μας ρωτάει αν θέλουμε να το δοκιμάσουμε. Όντως σε 2 λεπτά γυρίζει, και παρόλο που έξω ήταν περίπου 20 άτομα μας βάζει και χωρίς κράτηση...μέσα...θυμήθηκα τα νιάτα μου και την ξεχωριστή μου τέχνη να επιβιώνω σε ένα χώρο με πολύ ιδρώτα, 4 ανθρώπους σε κάθε τετραγωνικό, αλλά ωραία μουσική...είχε δίκιο σκέφτηκα, δεν έπρεπε να το δοκιμάσουμε....
Φεύγουμε, λέμε να πάμε σπίτι, ο οδηγός μας όμως είχε άλλη γνώμη, πάμε να δούμε τι παίζει στον Πλούταρχο μας λέει και πάμε....04.50, το μαγαζί γεμάτο για την ώρα και ο κόσμος, κυρίως γυναίκες να ξεσαλώνει με τις λυπημένες μπαλάντες του Πλούταρχου....τα έδινε όλα ο Έλληνας, σαν την πισινή μου που έκλαιγε και την μπροστινή μου που είχε ανέβει πάνω στην καρέκλα και έκανε κάτι νοήματα λατρείας στον Πλούταρχο που εμένα μου έμοιαζαν με φάσκελα, αλλά περί ορέξεως....
05.35 Ανάβουν τα φώτα και φεύγουμε....Τελικά, το πιο άνετο μέρος της βραδιάς ήταν ένα σουβλατζίδικο στο Κολωνάκι που φάγαμε πριν την τελευταία μας απόπειρα. Σίγουρα, πολλά έχουν αλλάξει στη ζωή του Έλληνα, αλλά η νύχτα και η διασκέδαση του παραμένει ίδια...
Σημεία διαχρονικών καιρών...
ΥΓ. Η φωτογραφία παλιά, αλλά είπαμε, τίποτε δεν άλλαξε στη χώρα των αλλαγών...