Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

Μπορεί η ΕΕ να σταματήσει το χρονόμετρο της αδράνειας?

Η ατάκα των Ισραηλινών στρατηγών για τα δύο χρονόμετρα που χρησιμοποιούν και κρίνουν το χρονικό διάστημα και την έκταση της επιχείρησης στην Γάζα περιγράφουν με το πιο μεστό και παραστατικό τρόπο την κατάσταση στην Μέση Ανατολή. Το ένα χρονόμετρο μετρά αντίστροφά το χρόνο της επιχείρησης «συμπαγές μολύβι» και το δεύτερο μετρά αντίστροφα το χρόνο για την παρέμβαση της διεθνούς κοινότητας. Το κουμπί στο χρονόμετρο της διεθνούς κοινότητας δεν έχει πατηθεί μέχρι τώρα και ο χρόνος κυλά βασανιστικά. Το χρονόμετρο όμως δεν είναι αυτόματο πρέπει κάποιος να το πατήσει. Ποιος είναι το ερώτημα.

Οι ΗΠΑ, με έναν από τους βασικότερους πυλώνες της πολιτικής τους στη Μέση Ανατολή την υπεράσπιση του κράτους του Ισραήλ και την αντιμετώπιση της Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση, παρέχουν την νομιμοποιητική κάλυψη στο Ισραήλ και βάζουν ως πρώτο όρο για την εκεχειρία  την παύση εκτόξευσης ρουκετών  από την πλευρά της Χαμάς για να δείξει με την σειρά του μετά το Ισραήλ καλή θέληση. Με όρους σύγκρουσης ζητούν να σταματήσουν άμεσα οι επιθέσεις που έχουν κοστίσει τη ζωή σε 5 ανθρώπους και μετά να τερματιστεί η οργανωμένη επίθεση με τους εκατοντάδες νεκρούς.  Μία επίθεση που ετοιμάζεται να κλιμακωθεί με την εμπλοκή χερσαίων δυνάμεων.  Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ αφήνουν το Ισραήλ να δημιουργήσει το δεδικασμένο που επιθυμεί στην Μέση Ανατολή και δεν σκοπεύουν να ασκήσουν την απαιτούμενη πίεση για να τερματιστεί η επίθεση. Ο Bush κάνει καλεί τη Χαμάς να σταματήσει τη ρίψη ρουκετών και προσπαθεί να σύρει τον Αμπάς στη γραμμή του και να διχάσει περαιτέρω την πολιτική ηγεσία των Παλαιστινίων. Ο Obama κρύβεται πίσω από το γεγονός ότι είναι ο εκλεγμένος Πρόεδρος και όχι ακόμη αυτός που ασκεί τη διοίκηση, αλλά η σιωπή του σε συνδυασμό με την δήλωση που είχε κάνει από το Ισραήλ ότι αν χτυπούσαν το σπίτι του με ρουκέτες και βρίσκονταν μέσα τα παιδιά του θα απαντούσε με κάθε δυνατό μέσα μας δίνει δυστυχώς το στίγμα του. Άλλωστε και οι διαρροές από το επιτελείο του μας προδιαθέτουν για μικρές αλλαγές.

Ο ΟΗΕ; Περιορίστηκε ουσιαστικά σε εκκλήσεις του Γενικού Γραμματέα για κατάπαυση του πυρός. Ο κύριος θεσμός των Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, το Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίο αντικατοπτρίζει την ισορροπία δυνάμεων της μεταπολεμικής εποχής και για να αποφασίσει χρειάζεται την μη άσκηση του δικαιώματος της αρνησικυρίας από τα πέντε μόνιμα μέλη του, τήρησε ίσες αποστάσεις και απέφυγε να πάρει θέση. Ο Αραβικός Σύνδεσμος από την πλευρά του δεν θεωρεί την Χαμάς αξιόπιστο συνομιλητή του και αποφεύγει και αυτές να πάρει θέση ουσιαστική, βαθαίνοντας το χάσμα με το λαϊκό αίσθημα του Αραβικού κόσμου. Το αποτέλεσμα αυτού το χάσματος είναι η ενίσχυση δύο κομβικών κρατών, για να θυμηθούμε και τη θέση του Paul Kennedy, της Τουρκίας και του Ιράν, οι οποίοι διεκδικούν έναν διακριτό ρόλο στον Ισλαμικό κόσμο, το δε Ιράν είναι αυτό που συνεχίζει να αποτελεί μία ισχυρή περιφερειακή δύναμη στον Αραβικό κόσμο, παρ΄ όλες τις αποτυχημένες προσπάθειες του Αραβικού Συνδέσμου να το αναχαιτίσει.

Τι έχει απομείνει; Η Ε.Ε. Για μία ακόμη φορά ενώ θέλει να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο και καταδίκασε από την πρώτη στιγμή την επίθεση του Ισραήλ όπως και τις ρήψεις της Χαμάς, την κρίσιμη ώρα διχάζεται. Η μη ολοκλήρωση της Πολιτικής Ένωσης και το διακυβερνητικό μοντέλο λειτουργίας της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, σε συνδυασμό με την μη σταθερή προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, οδηγούν στον κατακερματισμό απόψεων και στην μη ύπαρξη για μία ακόμη φορά ενιαίας φωνής. Αυτό  κατέστη πασιφανές με τη διαφορετική θέση της Γαλλικής Προεδρίας που ολοκληρώνεται και της Τσεχικής που ετοιμάζεται να ξεκινήσει. Η μεγάλη διεύρυνση της ΕΕ όξυνε το ζήτημα της θέσης της ΕΕ στο διεθνές σύστημα, η είσοδος αρκετών μικρών και μεσαίων χωρών της πρώην Ανατολικής Ευρώπης με ισχυρό Ατλαντικό προσανατολισμό, σε συνδυασμό  με την μη θεσμική μεταρρύθμιση της ΕΕ, οδήγησαν στην περίφημη κόπωση «απορρόφησης» που επηρεάζει την αποτελεσματικότητα της ΕΕ και την παρουσία της στο διεθνές στερέωμα. Η κρίση στη Γάζα μας φέρνει στο μυαλό την επέμβαση στο Ιράκ και τις αλχημιστικές ικανότητες που επέδειξε η Ελληνική Προεδρία για να μπορέσει η ΕΕ να παρουσιαστεί με μία ενιαία και ισχυρή φωνή απέναντι στη μονομερή πρωτοβουλία των ΗΠΑ. Σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι εμφανές η ανάγκη για την θεσμική μεταρρύθμιση της ΕΕ, ειδικά στον τομέα της διεθνούς εκπροσώπησης και των εξωτερικών σχέσεων.  Μία ισχυρή ΕΕ με ολοκληρωμένη Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, με ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό πλέγμα εξωτερικών σχέσεων, με την ανάπτυξη των μηχανισμών διαχείρισης των κρίσεων και με σταθερή εκπροσώπηση, θα μπορέσει να αποτελέσει έναν σημαντικό ρόλο για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Θα μπορέσει να εξισορροπήσει την πολιτική των ΗΠΑ και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ένα βιώσιμο περιβάλλον ασφαλείας. Το σημαντικό κομμάτι των θεσμικών καινοτομιών του Σχεδίου της Συνταγματικής Συνθήκης που διασώζονται στη Συνθήκη της Λισσαβόνας είναι η συνταγή για την ισχυρή, αποτελεσματική και δημοκρατική παγκόσμια ΕΕ, μία ΕΕ που ο Henry Kissinger θα μπορεί να την βρει όχι μόνο στο τηλέφωνο αλλά και σε όλα τα πεδία των συγκρούσεων να εργάζεται για την ειρήνη, την ασφάλεια και την σταθερότητα. 

Τα γεννητούρια της βίας και η αναστροφή της Βίβλου από τον εθνικισμό

«Η συμπεριφορά των εποίκων είναι δραματικά αντίθετη στον Αβραάμ. Πιστεύουν ότι οι Παλαιστίνιοι δεν αξίζουν να έχουν νερό, ηλεκτρισμό, ή οτιδήποτε μπορεί να περιληφθεί από τον μανδύα της ανεξαρτησίας: κράτος, οικονομία, βιομηχανία, πολιτικά δικαιώματα, σημαία ή εθνικό ύμνο. Οι εθνικιστές εξώθησαν τους δασκάλους μας να ανατρέψουν χωρίς αιδώ τη Βίβλο».  Η φράση αυτή ανήκει στον Ισραηλινό δικηγόρο  Shamai Leibowitz. Σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο εθνικισμός του Ισραήλ είναι και πάλι ένας από τους μεγάλους πρωταγωνιστές στην έξαρση της βίας στην Γάζα.

Αν θέλουμε όντως να προσεγγίζουμε με μεθοδικότητα και σοβαρότητα την διένεξη Ισραήλ και Παλαιστίνης θα έπρεπε να σκύβουμε πάνω στο πρόβλημα και όταν δεν υπάρχουν οι σειρήνες των ασθενοφόρων και οι κάμερες. Αυτή τη στιγμή απλώς στεκόμαστε στα γεγονότα, όμως η επίθεση στη Γάζα δεν είναι η αιτία για τον νέο κύκλο βίας αλλά το αποτέλεσμα. Η επίθεση των Ισραηλινών, η οποία αποπειράται να νομιμοποιηθεί στη λογική της άμυνας και της υπεράσπισης του υπαρξιακού δικαιώματος του, μπορεί να αναλυθεί σε δύο άξονες. Ο πρώτος είναι ο εκλογικός και ο δεύτερος είναι ο διαπραγματευτικός. Οι επερχόμενες εκλογές στο Ισραήλ έχουν ανοίξει τον ασκό του εθνικισμού και ως συνήθως το πολιτικό πρόταγμα γυρίζει γύρω από την Παλαιστίνη. Η πλειοδοσία του εκλογικού εθνικισμού έχει ως κειμήλιο την εξόντωση της Χαμάς ή ακόμη καλύτερα την εξαφάνιση της Χαμάς από το χάρτη. Τα συντηρητικά ανακλαστικά των Ισραηλινών πολιτικών φαίνονται να λειτουργούν άριστα σε αυτή την περίπτωση, η επίπλαστη νομιμοποίηση της δράσης ενός οργανωμένου κράτους ενάντια σε μία φονταμενταλιστική τρομοκρατική οργάνωση θέτει σε αδράνεια και τους μηχανισμούς της διεθνούς κοινότητας, τους οποίους πολύ θα βόλευε η εξαφάνιση της Χαμάς. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό της πολιτικής εξουσίας των Παλαιστινίων και τις εμφύλιες συγκρούσεις είναι που έδωσαν το ερέθισμα στο Ισραήλ μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετά το Λίβανο, να προχωρήσει σε έναν ακόμη πόλεμο στην πολύπαθη Μέση Ανατολή.

Ο δεύτερος άξονας ερμηνείας της επίθεσης του Ισραήλ στην Γάζα είναι αυτός της διαπραγμάτευσης. Οι Ισραηλινοί είναι εμφανές ότι δημιουργούν ένα δεδικασμένο στην περιοχή. Θέλουν να δημιουργήσουν ένα νέο status quo για να προσέλθουν στις διαπραγματεύσεις που αναμένονται να ξεκινήσουν από την διακυβέρνηση του Obama. Το Ισραήλ θέλει να διαμορφώσει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό το διαπραγματευτικό σκηνικό. Ακόμη και αν δεν καταφέρει να αποκεφαλίσει τη Χαμάς, θα καταφέρει να ενισχύσει την αδιαλλαξία των Παλαιστινίων ενισχύοντας παράλληλα τη δική του θέση στην διπλωματική αρένα. Εάν πάλι πλήξει την Χαμάς κατά τη γνώμη του θα έχει να διαπραγματευτεί με μία πιο μετριοπαθή ηγεσία, δεν είναι όμως έτσι. Όταν ανοίξεις το καπάκι της μαρμίτας της βίας δεν είναι εύκολο να περιορίσεις τις αναθυμιάσεις και το φλεγόμενο φαγητό. Τα αποτελέσματα της επίθεσης θα είναι η όξυνση της αβεβαιότητας στο πολιτικό σκηνικό της Παλαιστίνης και η ραγδαία ενίσχυση του εθνικισμού και του φονταμενταλισμού των Αράβων.

Η κίνηση αυτή των Ισραηλινών είναι επίσης και ένα μήνυμα προς τη νέα ηγεσία των ΗΠΑ. Οι προσδοκίες του Αραβικού κόσμου από τον Obama, άλλωστε φρόντισε και ο ίδιος να τις καλλιεργήσει, είναι μεγάλες. Μεγάλες είναι και οι φοβίες του Ισραήλ για μία προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος και για την πίεση που θα τους ασκηθεί. Η δήλωση του εκλεγμένου Προέδρου των ΗΠΑ ότι θα συζητήσει με το Ιράν έθεσε σε κίνηση τον μηχανισμό διαπραγματευτικής αβεβαιότητας του Ισραήλ καθώς ενδεχόμενη συμμετοχή του Ιράν στις διαπραγματεύσεις φαίνεται ότι θα αλλάξει τις ισορροπίες. Το Ισραήλ θέλει να υπενθυμίσει στο νέο Πρόεδρο ότι ο πιστότερος σύμμαχος των ΗΠΑ, πρέπει να είναι και η προτεραιότητα τους στη Μέση Ανατολή. Ο Obama με το πρόταγμα της ρεαλιστικής συμπεριφοράς φαίνεται να παίρνει τα μαθήματα. Βλέπομε ότι μετά τη μη συμμετοχή του στην G20 αφήνει τον Bush να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά που ξέσπασε στη Λωρίδα της Γάζας. Όχι απλώς δεν διαφοροποιείται αλλά δεν παίρνει καθόλου θέση. Καταληκτικά αξίζει να πούμε για τη στάση της Διεθνούς Κοινωνίας ότι είναι ως τώρα αρκετά χαλαρή και σε καμία περίπτωση δεν αποθαρρύνει το Ισραήλ με τις αναφορές στην αποφυγή επιθέσεων σε αμάχους. Η επίθεση πρέπει να καταδικαστεί άμεσα και όχι απλώς  να ζητηθεί παύση των εχθροπραξιών. Οι οποίες και δεν υπάρχουν καθώς η Χαμάς δεν φαίνεται ως τώρα να απαντά.

Κλείνω αυτή την ανάρτηση όπως ακριβώς την άρχισα. Οι εξελίξεις στην Μέση Ανατολή και η αποτίμησή τους δεν πρέπει να είναι φωτογραφία της στιγμής της βίας, αλλά ευρύτερη ανάλυση των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα των εξελίξεων που διαμορφώθηκαν στο υποσύστημα μετά την αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ μετά την 9/11. Όπως εμφατικά τονίζει ο Shibley Telhamy οι ΗΠΑ σε καμία περίπτωση, ούτε στο πιο νοσηρό τους όνειρο δεν διανοούνταν ότι παρόλο το οικονομικό και στρατηγικό κόστος της επέμβασης στο Ιράκ θα έφταναν στο σημείο να στηρίζουν μία κυβέρνηση υπό τις οδηγίες ενός Ισλαμιστή του Ibrahim al- Jaafari, του οποίου η δύναμη πηγάζει από τις ευλογίες του Μεγάλου Ayatollah, Ali al- Sistani, ο οποίος έχει στενούς δεσμούς με το Ιράν και ο οποίος σύναψε με την Τεχεράνη στρατιωτική συμφωνία για την εκπαίδευση των Ιρακινών δυνάμεων.

Είναι ευνόητο ότι μέσα σε αυτές τι γραμμές περιγράφονται με τα πιο έντονα χρώματα οι επιπτώσεις για τα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή από τις επιλογές του Δόγματος Bush και την επιτομή της πολιτικής του την επέμβαση στο Ιράκ. Την πετρελαϊκή κρίση την βιώνουν καθημερινά οι πολίτες όλου του πλανήτη όπως και την ενεργειακή ανασφάλεια. Ο Ισλαμισμός και ο ριζοσπαστισμός μοιάζουν με χείμαρρο που μεταπηδά από το ένα κράτος της Μέσης Ανατολής στο άλλο ακόμη και στην Τουρκία. Οι Σηίτες διεκδικούν ενεργό ρόλο και σχεδιάζουν τον νέο άξονα στην περιοχή. Το Ιράν έχει αναδειχτεί στο σημαντικότερο ίσως περιφερειακό δρώντα στη Μέση Ανατολή με ιδιαίτερη επιρροή ακόμα και στους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ, που ήταν οι πρώτες που αρνήθηκαν να συνδράμουν τον Πρόεδρο Bush στην πρόσφατη επίσκεψη του στην περιοχή με σκοπό την σκλήρυνση της στάσης απέναντι στο Ιράν και ενδεχομένως και την επέμβαση. Τέλος το Ισραήλ παραμένει ο μοναδικός και απομονωμένος πλέον σύμμαχος των ΗΠΑ στην περιοχή. Η αποκαλούμενη αλλαγή πολιτικής των ΗΠΑ μετά τη δεύτερη θητεία του Προέδρου έχει δημιουργήσει μεγαλύτερη καχυποψία στον Αραβικό κόσμο και έχει καταστήσει δομική την αναξιοπιστία των ΗΠΑ στο υποσύστημα της Μέσης Ανατολής.

Όπως πολύ χαρακτηριστικά σημειώνει ο Freeman, Jr., «η στήριξης μας στις προσπάθειες καταλλαγής των Παλαιστίνιων από το Ισραήλ αντί της απευθείας διαπραγμάτευσης της ειρήνης κατακερμάτισαν τον ρόλο των ΗΠΑ χωρίς όμως να εξασφαλίσουν την ασφάλεια του Ισραήλ». Είναι ευνόητο ότι υπάρχει έξαρση αβεβαιότητας στην Μέση Ανατολή και ζητείται αλχημιστής για να κλείσει τη μαρμίτα της βίας. Τελική φράση αυτή του Αγίου Αυγουστίνου από την Πόλη του Θεού: «Because I do it with one small ship, I am called a terrorist. You do it with a whole fleet and are called an emperor.

 

 

 

 

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Κάποτε στα Βαλκάνια?

Απάνω που είχα πει ότι μόνο η πρώτη μου ανάρτηση θα ήταν θεωρητική περιδιάβαση, τα γεγονότα με ανάγκασαν να γράψω και πάλι θεωρητικά, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο ενός δύσκολου και θεωρητικού κειμένου, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Γίνεται συνεχώς επίκληση από την Κυριακή και μετά σε επιστήμονες και ανθρώπους των γραμμάτων που αναλύουν τα γεγονότα, αν εξαιρέσω τον Νίκο Αλιβιζάτο που μίλησε για τα Δεκεμβριανά των 16άρηδων, οι φοβισμένες, κοινωνιολογικές προσεγγίσεις περί κουλτούρας βίας και μεταπολίτευσης μου θύμισαν τον τρόπο με τον οποίο κάποιοι αντιλαμβάνονταν και αντιλαμβάνονται τα Βαλκάνια. Ο Βαλκανισμός και ο Ελληνικός εξαιρετισμός σε όλο του το μεγαλείο. Αποφάσισα λοιπόν χωρίς να τους σχολιάσω να τους δώσω στην ίδια γλώσσα να καταλάβουν ότι μερικές φορές οι κοινωνιολογικές αναλύσεις βγάζουν τα μεγαλύτερα στερεότυπα...

Εξηγώντας μία Σύγκρουση

Οι ερμηνείες σειράς δυτικών αναλυτών και χαρακτών πολιτικής στο ζήτημα των αποσχιστικών συγκρούσεων στην Γιουγκοσλαβία, όπως είναι ευρέως αποδεκτό επηρεάστηκαν και σε μεγάλο βαθμό διαμορφώθηκαν από αρνητικές στερεοτυπικές οπτικές για τους ανθρώπους και τις κοινωνίες της περιοχής, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν ως οπισθοδρομικοί, βάρβαροι, απολίτιστοι και καθηλωμένοι σε ιστορικούς κύκλους φανατισμού και μίσους. Αυτή ήταν η βασική ιδέα σειράς κειμένων τα οποία παρουσίαζαν τη βία ως θεμελιακό συστατικό που οδηγούσε στις εθνοκαθάρσεις, μεταξύ των κειμένων αυτών το πιο χαρακτηριστικό ίσως είναι το περίφημο βιβλίο Balkan Ghosts του Robert Kaplan το οποίο σύμφωνα με τον Patrick Finney διαμόρφωσε κριτικά τη συμπεριφορά του Προέδρου των ΗΠΑ Bill Clinton.

 Ταυτοχρόνως στην ευρεία μελέτη της περιοχής στη δεκαετία του ’90, έκανε έντονη την εμφάνιση του το διερμηνευτικό παράδειγμα του «Βαλκανισμού». Ανθρωπολόγοι, κριτικοί τεχνών και ιστορικοί εγκατέστησαν συγκριτικές καρικατούρες σε ένα μακροχρόνιο πλαίσιο αναδεικνύοντας το πώς τέτοιες εξαιρετικά ισχυρές αλλά και εσφαλμένες στερεοτυπικές εικόνες των Βαλκανίων και των κοινωνιών τους πέρασαν στη διάρκεια των αιώνων στη δυτική εκπαίδευση και πολιτική ανάλυση.  Όπως θέτει το ζήτημα η Maria Todorova «τα Βαλκάνια λειτούργησαν ως μία αποθήκη αρνητικών χαρακτηριστικών απέναντι στα οποία μία θετική και αυτοελεγχόμενη εικόνα των Ευρωπαίων και της Δύσης οικοδομήθηκε».

Βαλκανισμός

Σύμφωνα με την Rebecca West «η βία είναι το μόνο πράγμα που γνωρίζουμε για τα Βαλκάνια, όλα όσα γνωρίζω για τους Σλάβους του Νότου», όπως υποστηρίζει η West η βία στα Βαλκάνια δεν είναι μόνο η περιγραφή μίας κοινωνικής κατάστασης αλλά βρίσκεται στην ίδια τη φύση των κατοίκων των Βαλκανίων. Συνεχίζοντας η συγγραφέας υποστηρίζει ότι «βία διαπερνά το σύνολο των γενεών και συγκρατά την περιοχή των Βαλκανίων σε έναν κύκλο βίας».

Όπως σημειώνει η  Milica Bakic-Hayden το πλέον κωμικό αλλά και εμφατικό χαρακτηριστικό που αναδεικνύει την έννοια του Βαλκανισμού είναι το δημοσίευμα των New York Times που ασχολείται με τη δολοφονία του Βασιλιά των Σέρβων Aleksandar Obrenovis και της συζύγου του Draga εστιάζοντας στο γεγονός ότι πετάχτηκαν από ένα παράθυρο του παλατιού τους και σημείωναν προς τους αναγνώστες τους: «undoubtedly there is something in the Slavic nature which predisposes those of Slav blood to throw open a window, and in a liberal spirit and with a large gesture invite an enemy to become an angel without further preparation or a flying machine. The reason must be sought in the ancestral habits of Russians, Poles, Servians, Sorbs, Polabians, Croats, Cassules, Wends, Lusatians, and other stripes and variations of the type. They were forest-dwelling tribes living in squarebuilt log houses. . .».

Το άνοιγμα του παραθύρου και η εκπαραθύρωση του εχθρού κάποιου υποστηρίζει η εφημερίδα είναι ένα φυλετικό χαρακτηριστικό το οποίο βρίσκεται σε αντιπαραβολή με αυτά των άλλων Ευρωπαίων και τελειώνει αναφέροντας: «όπως ο Βρετανός ρίχνει κάτω των εχθρό με τη γροθιά του, όπως ο Γάλλος χτυπά με δύναμη τον εχθρό του με ένα επιστημονικό λάκτισμα με τα χέρια και τα πόδια, όπως ο Ιταλός χρησιμοποιεί το μαχαίρι του και ο Γερμανός το ποτήρι της μπύρας, έτσι και ο Βοημός και ο Σέρβος εκπαραθυρώνει τους εχθρούς του».

Κονστρουκτιβισμός και Βαλκανισμός

Στο Imagining the Balkans, η Todorova ακολουθεί τα ίχνη του Βαλκανισμού μέσω των ταξιδιωτικών γραφών Δυτικών συγγραφέων για να διερευνήσει πως ο όρος «Βαλκάνια» κατασκευάστηκε αρνητικά τους τελευταίους τρεις αιώνες. Η Todorova χωρίζει την εξέλιξη του Βαλκανισμού σε τρία επίπεδα:

1.      Τα Βαλκάνια για πρώτη φορά «ανακαλύφτηκαν» στα τέλη του 18ου αιώνα από Δυτικούς περιηγητές. Καίτοι αυτές οι Δυτικές αφηγήσεις για τα Βαλκάνια περιείχαν μερικές γεωγραφικές ανακρίβειες, η πραγμάτευση που κάνουν στα Βαλκάνια ήταν κυρίως ταξινομητική και περιγραφική.

2.      Μέτα μία σειρά Βαλκανικών πολέμων και με τα γεγονότα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τα Βαλκάνια όλο και περισσότερο διαποτίζονταν με «πολιτικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς και ιδεολογικούς απόηχους» και ως αποτέλεσμα ο όρος αποκτούσε όλο και περισσότερο μειωτικό περιεχόμενο.

3.      Σήμερα ο όρος «Βαλκάνια» έχει σχεδόν πλήρως διαχωριστεί από το υποκείμενο του, καθώς δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί χρησιμοποιούν την κατασκευή των Βαλκανίων ως ένα ισχυρό σύμβολο κατάλληλα εγκατεστημένο έξω από κάθε χωρικό και χρονικό περιεχόμενο. Η «Βαλκανιοποίηση» χρησιμοποιείται πλέον για να εκφράσει τη γενική διαφοροποίηση των βιώσιμων εθνών-κρατών και το αντίθετό τους «τις φυλές, τους υπανάπτυκτους και τους βαρβάρους».

Αυτά τα στερεότυπα για τα Βαλκάνια αναζωπυρώθηκαν από τους πολέμους για τη διάσπαση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως Βαλκανικοί πόλεμοι παρόλο που μόνο τα διάδοχα κράτη της Γιουγκοσλαβίας αναμείχθηκαν στις διαμάχες.

Η προσέγγιση της Todorova στη μελέτη των Βαλκανίων και στον Βαλκανισμό έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τη δουλεία του Edward Said και την ανάλυση του για τον Οριενταλισμό. Ο Said μελέτησε τον τρόπο που η Δυτική κουλτούρα δημιούργησε και διαχειρίστηκε «πολιτικά, κοινωνιολογικά, ιδεολογικά, επιστημολογικά και ιδεατά» το σχήμα του Orient μέσω προσεγγίσεων στο Orient που ο Said ονόμασε Οριενταλισμό. Ερμηνεύοντας το Orient ως το ρεαλιστικό «άλλο», μέσω ενός διχοτομικού και ρεαλιστικού συστήματος απεικόνισης ενσωματωμένο σε στερεότυπα. Οι Δυτικοί συγγραφείς ισχυροποίησαν την εικόνα που δημιούργησε η Δύση από μόνη της ως τον κυρίαρχο πολιτισμό.

Η Todorova στην ανάλυση της εξηγεί πως ένα παρόμοιο φαινόμενο υπάρχει ανάμεσα στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Χαρακτηριστικά γράφει: «γεωγραφικά αξεμπέρδευτα από την Ευρώπη, εν τούτοις πολιτισμικά οικοδομούνται ως «το άλλο», τα Βαλκάνια σε βάθος χρόνου, έγιναν το αντικείμενο σειράς εξωτερικευμένων πολιτικών, ιδεολογικών και πολιτιστικών ματαιώσεων και υπηρέτησαν ως αποθήκη αρνητικών χαρακτηριστικών ενάντια στα οποία μία θετική και αυτοϊκανοποιούμενη εικόνα των Ευρωπαίων και της Δύσης οικοδομήθηκε». 

Αλλά ενώ ο Οριενταλισμός είναι μία αφηγηματική κατασκευή που αποδίδει εναντίωση, η Todorova υποστηρίζει ότι ο Βαλκανισμός είναι μία αφηγηματική κατασκευή που αποδίδει αμφιβολία. Σε αυτό το σημείο η Todorova διαφοροποιεί τη θέση της από τους άλλους θεωρητικούς της μετάστασης του Οριενταλισμού στα Βαλκάνια όπως οι Bakic-Hayden και Hayden οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο Βαλκανισμός μπορεί στην πραγματικότητα να προσεγγιστεί ως μία παραλλαγή του βασικού θέματος του Οριενταλισμού, από τη στιγμή που τα Βαλκάνια βρίσκονταν για μεγάλο διάστημα υπό Οθωμανική κατοχή με αποτέλεσμα να θεωρούνται κομμάτι του Orient.

Σύμφωνα με την Todorova τα Βαλκάνια είναι κομμάτι της Ευρώπης, ένα επαρχιακό ή περιφερειακό κομμάτι για τους τελευταίους αιώνες. Ο Βαλκανισμός κατά Todorova, αναπτύσσει τις διαφοροποιήσεις εντός της μίας Ευρώπης περισσότερο απ’ ότι τις διαφορές μεταξύ κατηγοριοποιημένων αντιθετικών μορφών όπως το Orient και το Occident. Τα Βαλκάνια με άλλα λόγια, παρά τη γεωγραφική δομή τους ως Ευρώπη, μετετράπησαν και αντιμετωπίστηκαν ως η σκιά της Ευρώπης, το κατασκευασμένα περιφρονημένο alter ego, η σκοτεινή πλευρά εντός της γηραιάς ηπείρου.


Εν κατακλείδι αν αποδεχτούμε την ύπαρξη μία φαντασιακής και διακριτής αφηγηματικής κατασκευής όπως ο «Βαλκανισμός» γεννάται το ερώτημα: μπορεί αυτό το διερμηνευτικό επινόημα να έχει κάποια χρησιμότητα για την ιστορική ανάλυση της χάραξης πολιτικής; Στο σύνολό της, η υπάρχουσα δουλειά, καίτοι δηλώνει σε μία γενική αίσθηση ότι «η πολιτική φαντασία μας, πάνω από όλα, δημιουργεί τόσο πολλά στερεότυπα όσο και η λογοτεχνία, γίνεται περισσότερο κατανοητό σκιαγραφώντας την αφήγηση και ερευνώντας την κρυσταλοποίηση της από το να αποδώσουμε την πολιτική σημασία που μπορεί να έχει σε συγκεκριμένο χρόνο και πλαίσιο. 

 

Πιθανότατα αυτό να μην αποτελεί έκπληξη, δίνοντας την κοινή βάση κριτικής ότι οι προσεγγίσεις αφηγηματικής ανάλυσης καταπιάνονται υπερβολικά με την αναγνώριση διαχωριστικών συστημάτων ερμηνείας και αμελούν το ζήτημα του είδους της ισχύος που αυτού του τύπου η αφήγηση έχει πραγματικά όταν αναπτύσσεται σε ένα πραγματικό κοινωνικό περιβάλλον. Αλλά οι επιδρομές που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση, όπως αυτή  της Katherine Fleming για την ερμηνεία του ρόλου του Οριενταλισμού στην οπτική των Μεγάλων Δυνάμεων και τις σχέσεις τους με τον Αλή Πασά στις αρχές του 19ου αιώνα  συνιστά ότι απέχουμε πολύ στην προσπάθεια να συνδέσουμε τις αξιωματικές υποθέσεις στη ρητορική των σχεδιαστών πολιτικής του παρελθόντος με το παρών της μακροπρόθεσμης και πολυεπηρεασμένης ηγεμονικής διαδικασίας  πολιτισμικής ανταλλαγής.

Οι διεθνείς ιστορικοί ενδιαφέρθηκαν περισσότερο αργότερα για ερωτήματα σχετικά με την ταυτότητα, τις αντιλήψεις και τις παρουσιάσεις, ακόμη και εκεί που η δουλειά τους δεν κλίνει προς τα μεταδομικά σχήματα ή του επίσημους σχεδιασμούς της αφηγηματικής ανάλυσης , θέτει συγκεκριμένα ερωτήματα για τη φύση της πολιτικής καθώς εισηγούνται ότι μπορεί να παραχθεί λιγότερο μέσω ψυχρών υπολογισμών realpolitik σε σχέση με τα ευρεία σχήματα ερμηνείας εντός των αφηγηματικών πλαισίων της κάθε κοινωνίας όπως ισχύει και στην περίπτωση των Βαλκανίων.